Λένε πως ήτανε μια φορά ένας άνθρωπος από ένα χωριό τση Μεσσαράς απού είχε τάξει μια κανίστρα λάδι στη Παναγιά στον Κουδουμά.Αφού είχε προσευχηθεί και είχε γενεί το θέλημά ντου εσηκώθηκε μιαν ημέραν και εφόρτωσε την κανίστρα στ'αμάξι ντου να τηνε πάει στο μοναστήρι.Επήγε λοιπόν και εβρήκε τον μοναχό απού ήτανε εκιά και του'πε:
Έπαε πάτερ ήφερα μια κανίστρα λάδι απού τηνε έχω ταμένη στην Παναγιά να'νάβεις τα καντίλια τση.
Δεν μπορώ να τηνέ πάρω παιδί μου και να τηνέ βάλω στην εκκλησά γιατί δεν είναι λάδι
Ήντα λες παπά πως δεν είναι λάδι, Κι αμ'ηντάνε;
(Ενεβρίασε ο άθρωπος και άρχιξε να μουρμουρίζει.).......απού θα μου πείς πως δεν είναι λάδι....ντα δεν κατέχω εγώ ήντα ήφερα;
Ο Μοναχός αφού δεν εμπόριε να του εξηγήσει, του λέει:
Άντε να πάμε σε έναν τόπο να δείς με τα μάθια σου.
Μπαίνουνε λοιπόν σε μια βάρκα και φορτώνουνε και την κανίστρα με το λάδι.Αφού ενοιχτήκανε μέσα στη θάλασσα λέει ο μοναχός στόν άθρωπο:
Άνοιξε παιδί μου την κανίστρα και ρίξε το λάδι στην θάλασσα.
Ο άθρωπος είπε ότι του΄πε ο μοναχός.Ανοίγει λοιπόν το καπάκι και άρχισε να ρίχνει το λάδι στη θάλασσα......Μόνο που δεν ήπεφτε λάδι αλλά μιλιούνια όφιδες (φίδια) επέφτανε στην θάλασσα.....Ο άθρωπος ανατρίχιασε και εντάκαρε και ήκλαιγε και εσταυροκοπιούντανε (ήκανε τον σταυρό ντου)
Ναι εσύ λάδι ήταξες λάδι ήφερες....Μα το'χες μαζωμένο Κυριακή μέρα. Να κατέχεις πως την Κυριακή οι αθρώποι δεν πρέπει να δουλεύουνε μα είναι και άλλες μέρες να γενούνε οι δουλειές.Η Κυριακή είναι για τον Κύριο.Εσύ λοιπόν εμάζωξες τσι ελιές Κυριακή μέρα γιαυτό το λάδι εμαγάρισε .Κάτεχε από παε και πέρα πως το λάδι τση Κυριακής ούτε τρώγεται ούτε καίγεται......
...Εφύγανε λοιπόν από εκιά και εγιάγυρε ο άθρωπος στο χωριό ντου και ήκαμε όρκο πως σ'όλη ντου τη ζωή δεν θα ξαναδουλέψει Κυριακή......
- Έπαε πάτερ ήφερα μια κανίστρα λάδι απού τηνε έχω ταμένη στην Παναγιά να'νάβεις τα καντίλια τση.
- Δεν μπορώ να τηνέ πάρω παιδί μου και να τηνέ βάλω στην εκκλησά γιατί δεν είναι λάδι
- Ήντα λες παπά πως δεν είναι λάδι, Κι αμ'ηντάνε;
(Ενεβρίασε ο άθρωπος και άρχιξε να μουρμουρίζει.).......απού θα μου πείς πως δεν είναι λάδι....ντα δεν κατέχω εγώ ήντα ήφερα;Ο Μοναχός αφού δεν εμπόριε να του εξηγήσει, του λέει:
- Άντε να πάμε σε έναν τόπο να δείς με τα μάθια σου.
Μπαίνουνε λοιπόν σε μια βάρκα και φορτώνουνε και την κανίστρα με το λάδι.Αφού ενοιχτήκανε μέσα στη θάλασσα λέει ο μοναχός στόν άθρωπο:- Άνοιξε παιδί μου την κανίστρα και ρίξε το λάδι στην θάλασσα.
Ο άθρωπος είπε ότι του΄πε ο μοναχός.Ανοίγει λοιπόν το καπάκι και άρχισε να ρίχνει το λάδι στη θάλασσα......Μόνο που δεν ήπεφτε λάδι αλλά μιλιούνια όφιδες (φίδια) επέφτανε στην θάλασσα.....Ο άθρωπος ανατρίχιασε και εντάκαρε και ήκλαιγε και εσταυροκοπιούντανε (ήκανε τον σταυρό ντου)- Γιάντα παπά μου εγίνηκε έντονά το πράμα; Εγώ λάδι ήταξα λάδι ήφερα.
- Ναι εσύ λάδι ήταξες λάδι ήφερες....Μα το'χες μαζωμένο Κυριακή μέρα. Να κατέχεις πως την Κυριακή οι αθρώποι δεν πρέπει να δουλεύουνε μα είναι και άλλες μέρες να γενούνε οι δουλειές.Η Κυριακή είναι για τον Κύριο.Εσύ λοιπόν εμάζωξες τσι ελιές Κυριακή μέρα γιαυτό το λάδι εμαγάρισε .Κάτεχε από παε και πέρα πως το λάδι τση Κυριακής ούτε τρώγεται ούτε καίγεται......
...Εφύγανε λοιπόν από εκιά και εγιάγυρε ο άθρωπος στο χωριό ντου και ήκαμε όρκο πως σ'όλη ντου τη ζωή δεν θα ξαναδουλέψει Κυριακή......Πηγή: κ.Ειρήνη Ρ.
Έφη Στ.